διάλλομαι

διάλλομαι,
A leap across,

τάφρον X.Eq.8.8

, Plu.Rom.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλλόμενον — διάλλομαι leap across pres part mid masc acc sg διάλλομαι leap across pres part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηλάμενον — διάλλομαι leap across aor part mid masc acc sg διάλλομαι leap across aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήλαντο — διάλλομαι leap across aor ind mid 3rd pl διάλλομαι leap across aor ind mid 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήλατο — διάλλομαι leap across aor ind mid 3rd sg διάλλομαι leap across aor ind mid 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλομένη — διάλλομαι leap across pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλομένην — διάλλομαι leap across pres part mid fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλομένου — διάλλομαι leap across pres part mid masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλόμενοι — διάλλομαι leap across pres part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλλόμενος — διάλλομαι leap across pres part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλέσθαι — διάλλομαι leap across aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλλεσθαι — διάλλομαι leap across pres inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.